Το Civic που θώπευσε την παιδική μου ψυχή

Post date:

Author:

Category:

Για ιαπωνικά σεντάν και ρόδες στριμμένες και δημόσιους χώρους

Ήταν μια παραξενιά της ηλικίας – ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι τα τρίχρονα που δεν δέχονται να αποβιβαστούν από το αυτοκίνητο, απαιτώντας φανατικά »οι ρόδες να είναι στριμμένες» δεν αποτελούν παρά μια μειοψηφία σε σχέση με το μεγαλύτερο μέρος του νηπιακού πληθυσμού.

Έτσι ξεκινά η σχέση μου με τα αυτοκίνητα. Δοκιμάζοντας τις αντοχές του πατέρα μου και ανακαλύπτοντας πως όταν το κλειδί δεν βρίσκεται στη μίζα, το τιμόνι κάποια στιγμή αναπόφευκτα κλειδώνει.

Η πλειοψηφία των παιχνιδιών μου είχε να κάνει με τετράτροχα, αλλά εδώ που τα λέμε το ίδιο συνέβαινε και με τα υπόλοιπα αγόρια της ηλικίας μου. Αυτό που ενδεχομένως να επηρέασε πιο ουσιαστικά αυτή τη σχέση ήταν εκείνες οι στιγμές πίσω από το κλειδωμένο τιμόνι του συνομήλικου μπλε Civic.

Από την απλή παρατήρηση και την εν στάσει επεξεργασία των χειριστηρίων μέχρι την πρώτη πραγματική οδηγική εμπειρία μαζί του μεσολάβησαν περίπου 10 χρόνια.

Μπορεί η πράξη να διαδραματίστηκε μέσα σε μια αλάνα, να διήρκεσε μόλις μερικά λεπτά και το σημείο σύμπλεξης κάθε φορά που προσπαθούσα να ξεκινήσω να άλλαζε στο μυαλό μου, ήταν όμως αρκετή ώστε να επιβεβαιώσει ότι γι’ αυτή τη σχέση άξιζε κανείς να προσπαθήσει. 

Σε παρόμοιες αφηγήσεις, εκτός από τα καθιερωμένα αυτοκίνητα του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου που επηρεάζουν τα βιώματα ενός petrolhead, καθοριστικό ρόλο παίζει πάντοτε ένα συγκεκριμένο μοντέλο που είτε κοσμεί το παιδικό δωμάτιο σε μορφή αφίσας, είτε “χάνεται ντριφτάροντας στο απογευματινό δειλινό” (sic).

Στη δική μου περίπτωση ήταν ένα μαύρο 7-esque με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας, σε ένα συγκεκριμένο σημείο της διαδρομής προς την κυριακάτικη παραλία.

Μέσα της δεκαετίας του 1990 λοιπόν, αντίκρισα το πρώτο μου (κατά πάσα πιθανότητα) Caterham πλάθοντας ασυναίσθητα στο μυαλό μου την πλαστελίνη ενός οιονεί ιδανικού trackday car και τεντώνοντας ακόμη περισσότερο τα νεύρα του πατέρα μου ζητώντας κάθε, μα κάθε φορά που περνούσαμε από το σημείο να σταματήσει για να μπορέσω να το δω καλύτερα. Ευτυχώς για τον ίδιο, το επόμενο καλοκαίρι το Caterham αντικαταστάθηκε από μια λιγότερο εξωτική Ε36 κουπέ.

Η εφηβεία μου συνοδεύτηκε από τόνους έντυπου αυτοκινητικού υλικού, γυμνασιακές και λυκειακές αυτοκινητιστικές συζητήσεις με επίλεκτους φίλους και το πέρασμα από το μέχρι τότε συνομήλικό μου Civic στο κατά δύο χρόνια νεότερο λευκό Sunny, επίσης της οικογένειας.

Σε μια επαρχιακή πόλη του βόρειου τμήματος της χώρας όπου τα μηχανοκίνητα ήθη ερεθίζονται πολύ πριν από το νόμιμο ηλικιακά οδηγικό έναυσμα, οι γρήγοροι καβαλούσαν δίχρονα διακοσάρια, ενώ οι δικές μου οδηγικές ανησυχίες έβρισκαν εκτόνωση στις βραδινές -συχνά μεταμεσονύχτιες- βόλτες μετά το φροντιστήριο.

Οι συγκινήσεις φυσικά αυξάνονταν υπό συνθήκες ελλιπούς πρόσφυσης, οι »στιγμές» δεν έλειπαν (ευτυχώς όλες τους αναίμακτες) και η απαράμιλλη δεκτικότητα του Nissan στις κανιβαλιστικές μου απόπειρες και στους αγενείς μου πειραματισμούς επιβεβαίωνε τη ρητορική γύρω από την ιαπωνική αξιοπιστία – ή τουλάχιστον έτσι νόμισα. 

Στα 18 μου είχε έρθει η ώρα να γνωρίσω, κατά κάποιον τρόπο, τον δημιουργό του Sunny. Όχι δεν το διέλυσα – τότε ίσως συναντούσα και εγώ τον δικό μου δημιουργό.

Βρέθηκα όμως φοιτητής στον Βόλο, αφέθηκα στις χάρες της μετακίνησης με ποδήλατο, επισκέφθηκα τελικά το εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο της Τεοκάρ από τη γραμμή συναρμολόγησης του οποίου είχε, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, βγει και το δικό μας λευκό Sunny, παρακολούθησα Πορταριά και Κένταυρο, ανακάλυψα, λόγω σχολής, τη σημασία του χώρου, στήθηκα πολλά βράδια στη συμβολή Ιάσωνος και Φιλελλήνων αφενός διεκδικώντας ένα μέρος του σημαίνοντος αυτού δημόσιου χώρου και αφετέρου βαθμολογώντας τα μπασίματα των τοπικών »πιλότων» στην περίφημη αριστερή πριν το »Άρωμα».

Ήταν η στιγμή που το διαδίκτυο κέρδιζε σταδιακά έδαφος απέναντι στον αυτοκινητικό τύπο, η δική μου σχέση ως αναγνώστη με τα έντυπα προϊόντα του περνούσε κρίση και η αριστερή στροφή απέκτησε νέο ασφαλτοτάπητα και ξαφνικά δεν ήταν τόσο δημοφιλής.

Το Civic και το Sunny αποτελούσαν ήδη παρελθόν, το μεν πρώτο έπειτα από πλαγιομετωπική, το δε δεύτερο ύστερα από μια βρεγμένη αριστερή που αποδείχθηκε πως έκλεινε πολύ πιο απότομα απ’ ότι νόμισα – παρόλα αυτά το συμπαθές ιαπωνικό σεντάν είχε την καλοσύνη να με γυρίσει στο σπίτι, όπου και ξεψύχησε μερικούς μήνες μετά.

Αμφότερα αντικαταστάθηκαν από πιο σύγχρονα και ενδεχομένως πιο βαρετά σύνολα, το ποδήλατό μου δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι ο τροχοφόρος σύντροφός μου ενώ δικό μου αυτοκίνητο ακόμη να αποκτήσω.

Όταν κάποτε αποκτήσω, κάτι μου λέει πως οι ρόδες του μετά το παρκάρισμα θα είναι συνεχώς στριμμένες.

Photo: Google

Το 4Drivers δεν ταυτίζεται κατ΄ανάγκην με τις απόψεις των αρθρογράφων που φιλοξενεί, ενώ, ταυτόχρονα, ενθαρρύνει την ελευθερία γνώμης των contributors προς μια ευρύτερη αντίληψη της αυτοκίνησης.

Διαβάστε μας (και) στο Protagon

Ίσως να σ’ αρέσει